Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

The Day The Sun Died


A Dead Heart in a Dead World



Λογικά όποιος ασχολείται με νέα από τον
metal κόσμο την είδηση την έχει μάθει, οπότε δεν έχει νόημα να επαναλάβω πράγματα. Ο τεράστιος Warrel Dane, πλέον δεν βρίσκεται στον ίδιο κόσμο με εμάς τους κοινούς θνητούς. Ίσως πήγε στην νοτιότερη ακτή ή στο ανώτερο στρώμα που αναζητούσε, συνοδευόμενος από μια άμορφη κενότητα. Ο λόγος που εκμεταλλεύομαι τον χώρο που μου προσφέρει το διαδίκτυο δεν είναι για να γράψω μια ξεχωριστή ιστορία η να ευχηθώ ανάπαυση στην ταλαιπωρημένη του ψυχή. Ο Wally, ας μου επιτρέψει να τον προσφωνήσω έτσι, παραήταν σημαντικός για τον σχηματισμό μου σαν άτομο, τόσο στα γούστα μου στην μουσική όσο και πέρα από αυτή. Αυτό το κείμενο τον ευχαριστεί για όσα μου έχει προσφέρει, χωρίς καν να το ξέρει.

Ήμουν μικρός όταν άκουγα
Maiden, Dio τα πολύ βασικά και κλασικά. Με κάποιο τρόπο πέρασα στους Megadeth, δεν άκουγα καν τότε Metallica. Κάποια στιγμή, αναζητώντας μικρός και άμαθος πράγματα για τους Megadeth και τον ΜegaDave, έπεσα πάνω στους Sanctuary. Ο τρελάρας Mustaine, είχε αναλάβει την παραγωγή του, και συμμετείχε στα σόλο της διασκευής του White Rabbit(Jefferson Airplane).Αποφάσισα να πατήσω play. Και τότε με χτύπησε. Η μουσική ήταν επιθετική, ανάμεσα σε thrash και πιο σκοτεινό power, αλλά μια φωνή έφτανε σε σημεία που δεν πίστευα, εγώ τότε πιτσιρικάς ότι γινόταν. Η άμπαλη σύγκριση μου ήταν με τον Αxl Rose.

Το
Refuge Denied, το έμαθα απ΄έξω και ανακατωτά, μέχρι που αναζητώντας παραπάνω για αυτό τον περίεργο τυπά με την εξωγήινη φωνή, έμαθα ότι συνέχισε μετά τους Sanctuary με τους Nevermore. Πρώτο κομμάτι που επέλεξα να ακούσω λόγω του μαγευτικού του τίτλου ήταν το Τhe River Dragon Has Come. Και εκεί άνοιξαν οι ουρανοί. Και μια φωνή ακούστηκε, καλως ήρθες. Ήταν αυτή η γέφυρα στο πιο σκληρό μέταλ, ήταν οι κιθάρες και οι μελωδίες τα ριφφ, τα σόλο που χαράχτηκαν στο dna μου. Αλλά πάνω απ’όλα ήταν οι ερμηνείες. Πιτσιρικάς έφηβος σχεδόν, ήμουν εκτεθειμένος σε ψυχωτικές παρανοικές ερμηνείες που δεν δέχονταν κανένα συμβιβασμό, που οποιοδήποτε συναίθημα επέλεγαν να μεταφράσουν σε μουσική, θα το κάνανε 3 φορές πιο έντονα απ’ όσο πίστευα ότι μπορούσα να νιώσω. Και πάντα συνοδεύονταν από αυτούς τους στίχους.

Οι στίχοι των
Nevermore, ήταν κάτι σαν αποκάλυψη. Ακόμα και το πρώτο κομμάτι που άκουσα, ο δράκος του ποταμού, έκρυβε καυστικότατες οικολογικές ανησυχίες που μέχρι και σήμερα ακόμη και στην χώρα μας βιώνουμε επίπονα. Από τους τρομερούς πολιτικούς του στίχους, ορθολογικούς, παθιασμένους ισοπεδωτικούς, σαν matra που μπορείς να τα ακούσεις και μετά να θές να λαμπαδιάσεις το σύμπαν. Από την μακροχρόνια διαλεκτική του διαφωνία με το θείο, με την δυστοπία της επιστήμης και τον επιστημονικο ορθολόγισμό, μέχρι τα πιο ανθρώπινα συναισθήματα. Ο Dane, είχε την ικανότητα να έχει πολλά πρόσωπα. Κάτι σαν τις 7 γλώσσες του θεού, που του μιλούσαν μέσα από αρχαίο DNA. Ένα από αυτά τα πρόσωπα, ήταν αυτά που επέλεγε να φανερώσει στις ήρεμες στιγμές των Νevermore, στις μπαλάντες τους.

Πάντα ήθελε να εκφράσει κάθε συναίσθημα στο φουλ, και αυτές όχι απλά δεν ήταν εξαίρεση αλλά ήταν η πραγματική ομορφιά και δύναμη του. Στίχοι που σε λύγιζαν σε γονάτιζαν με δάκρυα στα μάτια, που ήταν τόσο όμορφοι, μελοδραματικοί με την μόνη φορά που μπορεί αυτή η έννοια να είναι θετική, λυτρωτικοί. Λυτρωτικοί γιατί δεν ήταν ευχάριστοι, ονειροπαρμένοι, λυτρωτικοί γιατί  μετουσιώνανε σε λέξεις τις πιο σκοτεινές και βαθιά κρυμμένες πτυχές του ψυχισμού μας. Εκτός εποχής αλλά ταυτόχρονα πάντα πιο επίκαιροι από κάθε άλλο ίσως μέταλ συγκρότημα της προηγούμενης δεκαετίας για εμένα.

Από το
river dragon, ύστερα άκουσα όλο το Dead Heart in a Dead World, και με τράβηξε σαν μαύρη τρύπα. Προσβάσιμο αλλά συνθετικά παντοδύναμο, χτυπούσε τόσα πολλά θέματα, το ζουμί όλο που ονομάζουμε Nevermore. Από το χιτάκι Believe In Nothing και ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟ Heart Collector, που θα με κάνει να κλαίω όποτε και αν το ακούσω, μέχρι την καλύτερη διασκευή που άκουσα ποτέ μου στο Sound Of Silence, και από το Inside 4 Walls, μέχρι το Νarcosynthesis και το ομότιτλο, μόνο κορυφές. Μετά για μένα τα πράγματα ήταν εύκολα. Άκουσα όλη την προηγούμενη δισκογραφία, φτάνοντας μέχρι και το αριστούργημα Into The Mirror Black των Sanctuary, που δεν το άκουσα ποτέ πριν γιατί μεσολάβησε το σοκ των Nevermore. Και μετά τα επόμενα albums, με το This Godless Endeavor να είναι μαζί με το Monotheist των Celtic Frost, το soundtrack όλης της εφηβικής ζωής μου. Ακόμα και τον Solo δίσκο του λάτρεψα, γιατί ποτε και πουθενά δεν έκανε έκπτωση στις ερμηνείες του, ούτε στους στίχους του. Και μετά ανακοινώθηκε νέος δίσκος, ο πρώτος που θα ζούσα σε πραγματικό χρόνο την έκδοσή του.The Obsidian Conspiracy.

Ανυπομονούσα, είχα πειστεί ότι θα ξαναδώ τίγκα μέταλ συνθέσεις, έπη, μπαλάντες, διαστημικό shredding από τον Jeff Loomis. Το αγόρασα έχοντας ακούσει μόνο το ομότιτλο, αγόρασα και το μπλουζάκι μου Nevermore. Τον έλιωσα, ταυτίστηκα με κάθε στίχο, κάθε νότα, δεν είναι ο καλύτερος τους, σίγουρα ο πιο προσιτός, διακρινόταν από την χαλιναγώγηση του κιθαριστικού τέρατος που λεγόταν Loomis, και την κυριαρχία του Dane, σχεδόν σε δικτατορικό βαθμό σε όλα.

Το 2010, ήταν δύσκολο για μένα, υπερβολικά πολύ, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν από όσους θα διαβάσουν αυτή την ανάρτηση. Δύσκολα ήταν και άλλα έτη πιο πριν, και ακολούθησαν δύσκολες στιγμές με αποκορύφωμα την φετινή ίσως χρονιά. Ένα πράγμα δεν άλλαξε ποτέ όμως, σαν μια κοσμική σταθερά. Πως όποτε δεν ήμουν καλά ψυχολογικά, όποτε είχα ανάγκη για ένα στήριγμα, για μια κατανόηση, θα κατεύφευγα στους
Nevermore και τους Celtic Frost. Για να ξαναρχίσω από την αρχή, για να σηκωθώ αφού νιώσω πως κάποιος άνθρωπος που δεν με ξέρει, μπορεί να κατανοήσει το μέσα μου καλύτερα και από εμένα. Και κάθε φορά θα ανακάλυπτα την αγάπη μου και τον θαυμασμό μου ξανά και ξανά. ΟΙ ΝΜ διαλύθηκαν γιατί το δίπολο Dane Loomis έσπασε, και εγώ οργισμένος έκανα λογαριασμό πρώτη φορά στο ίντερνετ για να μιλήσω για το πόσο τους αγαπούσα, και ξεκίνησε η διαδικτυακή ασχολία μου να ανακαλύπτω την μουσική και να μιλάω για αυτή.

Δεν τον είδα ποτέ ζωντανά με κανένα σχήμα του, και είναι κάτι που θα με ακολουθεί λογικά για πάντα. Τον ευχαριστώ όμως. Τον ευχαριστώ για τις φορές που μου έδωσε δύναμη, που με παρακίνησε να μορφωθώ μέσα από τους στίχους του, που μου έδειξε πως είναι όμορφο να έχεις μια ευαίσθητη πλευρά, τον ευχαριστώ για τα τραγούδια τις στιγμές, τους στίχους το κοπάνημα. Γιατί όπως είχε πει, οι μνήμες είναι αυτό που μας συντροφεύει. Τον ευχαριστώ γιατί αν δεν ήταν αυτός δεν θα περνούσα λόγω
falsetto, από τους Sanctuary στον King Diamond. Δεν θα γνώριζα το US Power, και από εκεί το επικ. Γιατί από αυτόν έμαθα τους Death του Τεράστιου Schuldiner και κατ’ επέκταση χώθηκα στο ιδίωμα, που φήμες λένε ότι τον ήθελε να τραγουδήσει στον 1ο δίσκο των Control Denied, αλλά που λόγω προγράμματος δεν έγινε ποτέ. Σε ένα παιχνίδι της μοίρας, 16 χρόνια ακριβώς την ίδια μέρα, μετά τον θάνατο του Chuck, ο Dane πεθαίνει. Μια καταραμένη σύνδεση.

Τον ευχαριστώ γιατί μου έμαθε να πιστεύω όταν δεν μπορείς να πιστέψεις άλλο. Γιατί μου έμαθε πολλά και μου πυροδότησε αναζητήσεις για ακόμη περισσότερα. Και το 2017, μαζί με τον
Martin Eric Ain, παίρνει ακόμη έναν από αυτούς που η μουσική τους μου μιλούσε σε μεταφυσικό σχεδόν επίπεδο. Ήταν ο δικός μου ήρωας, και όσο το καλοσκέφτομαι, ο πυρήνας και η αρχή πολλών αγαπημένων μου ειδών/σχημάτων. Το σημαντικότερο πράγμα που μου προσέφερε όμως, είναι πως πίσω από την τραγική ιστορία του Dreaming Neon Black, μου έδωσε το παράδειγμα του να ξεπερνάω τα προβλήματα μου μέσω της δημιουργίας, Clear, Focused and Defined. Για τότε, για τώρα για πάντα.

Welcome to the end my friend, the sky has opened.


Υ.Γ.1.Δεν παραθέτω links, γιατί δεν ξέρω τι να διαλέξω. Όλα τα ΝΜ είναι για μένα τρομερά, άλλα λίγο, άλλα απολύτως κλασικά. Το ίδιο και για τους Sanctuary.  Nevermore to feel the pain.

Y.Γ.2. Lists are coming, υπομονή, ήταν περίεργη χρονιά.

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

The Inside Scriptures : Oι Aosoth και η γαλλική σκηνή για το 2017(blog no.50!!)


Η γαλλική σκηνή διαχρονικά, είναι από τις αγαπημένες μου όσο μεγάλωνα και μάθαινα περισσότερα για τόσο το black, όσο και το extreme metal γενικότερα. Ειδικά αν κάποιος τρελός παρακολουθεί τακτικά(αυτό είναι σχετικό με τους ρυθμούς που γράφω), τα κείμενα μου, θα έχει παρατηρήσει πως αδυναμίες δεν κρύβονται. Πέρυσι, 2 τεράστια ονόματα, οι Antaeus και οι Deathspell Omega, κυκλοφόρησαν μερικούς από τους πιο αγαπημένους μου δίσκους. Η φετινή χρονιά δεν ήταν ήρεμη για την συγκεκριμένη σκηνή, ενώ σίγουρα δεν έχει τελειώσει αφού πάντα θα υπάρχουν δίσκοι και κυκλοφορίες που θα ήθελα να ακούσω αλλά δεν πρόλαβα.

Σημαντικότερη αφορμή όμως, πέρα από το πλήθος των κυκλοφοριών που ξεχώρισα, είναι ο νέος δίσκος των Aosoth. Η σπουδαία αυτή μπάντα, 4 χρόνια μετά το προηγούμενο πραγματικά σπουδαίο και αψεγάδιαστο δίσκο της, IV:An Arrow in heart, επανέρχεται με το νέο της πόνημα, V: The Inside Scriptures. Προσωπικά η πρώτη μου εμπειρία με τους Γάλλους αυτούς ήταν με το Αshes of Angels, παρόλο που τους γνώριζα ήδη γιατί μοιράζονταν μέλη με τους αγαπημένους μου Antaeus. Έκτοτε ανήκουν σε αυτό το κλειστό παρεάκι γαλλικών black σχημάτων που λατρεύω, ενώ παρακολουθώ και τα επιμέρους projects των μελών του συγκροτήματος.

                              
                            


O
νέος αυτός δίσκος , συνεχίζει στο ύφος που χαρακτηρίζει το συγκρότημα και που κατά την γνώμη μας τελειοποιήθηκε με τον προηγούμενο δίσκο τους. Για κάποιο που δεν είναι εξοικειωμένος, αυτό μεταφράζεται, ως ένα πυκνό μουντό και χαοτικό black metal  που προσεγγίζει αρκετά το death metal, και διαθέτει αρκετές κρυφές αλλά ενίοτε και έντονες μελωδίες, οι οποίες όμως αποσκοπούν όχι στο να ηρεμήσουν η να ταξιδέψουν τον ακροατή, αλλά στο να παρατείνουν το μαρτύριο και την αγωνία. Φυσικά στον συγκεκριμένο δίσκο οι  6 συνθέσεις είναι ουσιαστικές, και δύσκολα διακρίνονται κορυφές αφού συνολικά ο δίσκος κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Οφείλω όμως να αναφερθώ για ακόμη μια φορά στην σάπια και τρομακτική φωνητική προσέγγιση του MkM, ενός από τους καλύτερους black metal τραγουδιστές, αλλά και στιχουργούς.

Προσωπικά χαίρομαι αρκετά που συνέχισαν σε αυτό το ύφος αφού θεωρώ πως τους ξεχωρίζει αρκετά από το υπόλοιπο ιδίωμα ενώ δείχνει πως πολλοί μπορούν να προσεγγίσουν κάτι τόσο επιθετικό, αλλά λίγοι μπορούν να το τελειοποιήσουν. Πραγματικά δισκάρα, ακόμη και για εμάς τα fanboys.

Φυσικά οι Aosoth δεν ήταν το μόνο μεγάλο όνομα του black metal underground που κυκλοφόρησαν φέτος δίσκο. Η πολυάσχολη μπάντα με τα χίλια πρόσωπα που ονομάζεται Blut Aus Nord, κυκλοφόρησε νέο δίσκο, το Deus Salutis Meae, το οποίο κινείται στο industrial/ambient black τους εποχών Mort, Odinist.Πολλοί θα σπεύσουν ίσως να αναφέρουν το έπος τους σε αυτό το στυλ, The Work Witch Transforms God, αλλά η συγκεκριμένη κυκλοφορία προς τους 2 αυτούς δίσκους κινείται. Αν ο συγκεκριμένος δίσκος είχε κυκλοφορήσει από κάποιο άλλο συγκρότημα ίσως τον εκτιμούσα διαφορετικά. Δεν είναι κακός, έχει όλα τα στοιχεία του στυλ που πρέπει να έχει, έχει σε σημεία την προσωπική διεστραμμένη ματιά του Vindsval, αλλά νιώθω πως υστερεί ως προς τις κυκλοφορίες τους αυτού του στυλ, και είναι κάτι που αλήθεια με στενοχώρησε. Δηλαδή, πέρα από μεμονωμένες στιγμές, δεν ένιωσα πως υπάρχει το απαραίτητο βάθος για να κολλήσω με την κυκλοφορία, αλλά θεωρώ πως του έδωσα αρκετά ακούσματα ακριβώς γιατί είναι από αυτό το συγκρότημα. Βασικά νιώθω πως είναι ένας δίσκος ούτε κρύο ούτε ζέστη, αλλά κινούμενος σε safe zones και είναι μια εύθραυστη αίσθηση που ίσως κάποια στιγμή να αλλάξει. Αυτά συμβαίνουν όταν εκτιμάς πολύ ένα συγκρότημα.


                        


Οι φοβεροί και τρομεροί Throane, κάνουν σε 2 χρόνια σερί ισάριθμων τρομερών και φοβερών δίσκων, πραγματικού avante Garde black.Δεν θυμίζουν τόσο άλλα γαλλικά συγκροτήματα του περίεργου δυσαρμονικού μαύρου μέταλ, αλλά καταφέρνουν να προσφέρουν μια νέα πνοή, με φόρους τιμής εκεί που πρέπει, αλλά και πρωτοπορία εκεί που επιβάλλεται.Πραγματικά σπουδαίο συγκρότημα, και ίσως αυτός ο δίσκος να είναι δυνατότερος και του περσινού.



                        



Ένα από τα πρώτα συγκροτήματα που ακούσαμε όταν ασχολιόμασταν με την σκηνή αυτή, ήταν οι blackened deathsters Arkhon Infaustus. Αν και έχουν από το 2007 να κυκλοφορήσουν κανονικό δίσκο, φέτος κυκλοφόρησαν ένα πραγματικά τρομερό επιθετικό και ποιοτικό ep, Passing the Nekromanteion, με 4 απίστευτες συνθέσεις που παρουσιάζουν και ποικιλομορφία τόσο στην ένταση όσο και στις ταχύτητες. Αλήθεια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις φέτος για εμάς.



                     

ΟΙ orthodox black metallers (σχολής Watain αν και τους αδικώ) ονόματι Μerrimack, 5 χρόνια μετά το The Acausal Mass με το οποίο εμείς τους μάθαμε και το θεωρούμε πολύ καλό, κυκλοφόρησαν το Οmegaphilia, το οποίο κινείται μεν σε παρόμοια νερά, αλλά σίγουρα βουτάει πιο βαθιά, και ίσως δίνει για εμάς προσωπικά, την καλύτερη και συνεκτικότερη κυκλοφορία τους, χτυπώντας μόνο κέντρο . Αλήθεια ευτυχώς που βγαίνει ακόμη πρωτότυπο orthodox black metal, γιατί είναι ένα είδος που έχει μεν τα πάνω του, αλλά όπως συχνά συμβαίνει με κάτι τέτοιο, γίνεται πιο δύσκολο να βρεις κάτι που να μνημονεύεται και μετά από καιρό χωρίς να γίνεται ξεκάθαρη κόπια.


                       



Θα αναφερθώ τώρα όμως σε μερικές ακόμα κυκλοφορίες οι οποίες σε αντίθεση με τα πιο βαριά ονόματα που ίσως σχολίασα, δεν πιστεύω ότι έκαναν τόσο ντόρο αλλά θεωρώ πως αξίζει να τους δοθούν πολλές ευκαιρίες, καθώς είναι πραγματικά απολαυστικές(τι λέξη για να περιγράφεις τέτοια είδη) και ποιοτικές, και αρκετές από αυτές θα βρεθούν σίγουρα στις λίστες μας.

Svart Crown  - Abreaction. Συνήθως το blackened death metal, αν δεν πάει προς το war/bestial άκρο του, θα προσπαθήσει να πατήσει πάνω σε Morbid Angel/Immolation riffs.Ευτυχώς οι Svart Crown, αν και αυτής της τάσης, διαθέτουν την απαραίτητη ανωμαλία αλλά και ταυτότητα ώστε να μην μείνουν απλά μια Morbid Angel worship μπάντα. Τρομερό συγκρότημα και ίσως και εδώ η καλύτερη δουλειά του.

Celeste Infidele(s) . Εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό. Ένα μείγμα black metal, με έντονα στοιχεία hardcore, αλλά όλα αυτά όχι όπως το συνηθισμένο blackened hardcore,αλλά πολύ πιο δηλητηριώδη και τσαντισμένα, και με το μαύρο στοιχείο συχνά να παίζει τον πρώτο ρόλο. Δύσκολα θα ακούσει κάποιος κάτι που να εκπέμπει τόσο μίσος, ίσως γιατί βουτάει και μέσα στο sludge συχνά, δίνοντας ένα πιο έντονο τόνο απαισιοδοξίας.

Ritualization – Sacraments to the Sons of the Abyss. Γαλλικό blackened Death που θυμίζει αρκετά Angelcorpse – Perdition Temple, αλλά είναι πιο μουντό και μαύρο, τονίζοντας αρκετά το black του blackened death. Πολύ δυνατή κυκλοφορία.

Νecrowretch Satanic Slavery. Θυμάμαι όταν άκουσα τον πρώτο τους δίσκο, Putrid Death Sorcery, μου είχαν αφήσει την αίσθηση  πως παίζουν πολύ καλά αυτό το μανιασμένο old school death metal στα όρια του thrash, αλλά τους έλειπε το κάτι παραπάνω ίσως για να μην τους λέω άλλη μια old school μπάντα. Τώρα, τους θεωρώ από τις καλύτερες παλιομοδίτικες και σοβαρές death metal μπάντες που κοιτάνε να αποδώσουν πειστικά το συναίσθημα και όχι να αραδιάσουν δεκάδες νότες. Η τσαντίλα και το attitude τους ακουμπάει πολύ και το old school black, χωρίς όμως να δανείζονται πολλά μουσικά στοιχεία, κάτι που με κάνει να τους εκτιμώ παραπάνω.


Υ.Γ.1. Και ένα για τον δρόμο. Πολύ όμορφος δίσκος. Heir - Au Peuple de l' abime.

Y.Γ.2.Ευτυχώς οι διάφορες πλατφόρμες streaming, ακόμα και στο Youtube πλέον που ανεβάζουν οι ίδιες δισκογραφικές αν όχι ολόκληρα τα albums αρκετά τραγούδια, επιτρέπουν σε όλους μας να ακούμε αρκετούς δίσκους, ίσως περισσότερους απ' όσο θα άντεχε η τσέπη μας. Είναι σημαντικό όμως,όποτε μπορούμε και όσο μπορούμε, να αγοράζουμε όσες κυκλοφορίες γίνεται ή τουλάχιστον να τους ενισχύουμε οικονομικά με κάποιο τρόπο. Δεν είναι θέμα δισκοθήκης ή συλλογής, αλλά πιο πολύ ηθικό ως προς τους καλλιτέχνες.Αυτό το μήνυμα πρώτα απ' όλα απευθύνεται σε εμάς τους ίδιους που δυστυχώς είναι δυσανάλογος ο αριθμός των κυκλοφοριών που ακούμε με αυτές που τελικά αγοράζουμε.Οφείλουμε όσο μπορούμε να συνδράμομε, καθώς οι οπαδοί είναι βασικός λόγος ύπαρξης της αγαπημένης μας μουσικής.

Υ.Γ.3. 50 αναρτήσεις μαζί με αυτή. Δεν είναι μεγάλος αριθμός, αλλά όταν ξεκινούσαμε αυτή την προσπάθεια να λέμε τις αρλούμπες μας σε μια γωνιά του ίντερνετ, ήταν ένας από τους στόχους μας. Θεωρούμε πως αν και γράφουμε όποτε να ναι, όσο πιο ερασιτεχνικά και random γίνεται, μέσα από αυτές τις συχνά γελοίες αναρτήσεις μας, εξελισσόμαστε μαζί με το blog. Επόμενος στόχος οι 100 αναρτήσεις, ίσως με μια κάποια ωριμότητα, αλλά σίγουρα σε μικρότερο χρονικό διάστημα απ' όσο τώρα.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Valerian and the City of a Thousand Planets (Film Review)


Παραδόξως το τελευταίο χρονικό διάστημα βλέπουμε πολλές ταινίες για τα στάνταρ μας. Και συνήθως οι ταινίες που βλέπουμε πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων δεν κυκλοφόρησαν πρόσφατα , αλλά στην τελική μάλλον λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει όταν δεις μια ταινία να είσαι σε mood και συγκεντρωμένος να μπεις στον κόσμο που σου παρουσιάζει. Μερικές ταινίες παρουσιάζουν όμως εκατοντάδες κόσμους, όπως είναι Ο Βαλέριαν και η πόλη με τους χίλιους πλανήτες. Βασισμένη στο Valerian and Laureline comic, η ταινία αυτή έφτασε στα αυτιά μας κυρίως λόγω του ότι μάλλον αποτελεί την ακριβότερη παραγωγή ευρωπαικού κινηματογράφου. Φυσικά η αισθητική της δεν απέχει από τα fantasy blockbusters του Hollywood, αλλά αυτό είναι κάτι που κάποιος σχετικός με το έργο του σκηνοθέτη Luc Besson θα περίμενε (εμείς πάντως δεν έχουμε εμβαθύνει τόσο στο έργο του, αλλά μια σχετική έρευνα πάντα βοηθάει).

                                   

Η εν λόγω ταινία λοιπόν, προσπαθεί να αφήσει το στίγμα της σαν μια φιλόδοξη προσπάθεια εκτός Αμερικής και να παρουσιάσει μια φρέσκια άποψη στο fantasy genre, δίνοντας επίσης αφορμή για τύπους σαν εμάς να γράφουμε βλακείες. Και η προσωπική μας βλακεία είναι πως η ταινία δεν το καταφέρνει. Οπτικοακουστικά είναι ένα υπερθέαμα, με το βάρος να πέφτει πάνω στα πολύχρωμα και τρομερά εφέ, στις λεπτομερείς αναπαραστάσεις τόσων διαφορετικών εξωγήινων ειδών ζωής και μάλλον αφήνει την αίσθηση πως κύριος στόχος των δημιουργών είναι να αφήσουν δυνατό στίγμα στην εικόνα. Η πρώτη σκηνή με μια διαδρομή δεκάδων ετών μέσω ενός μοντάζ που ντύνεται από το Space Oddity του Bowie,  ενώ γενικά προδιαθέτει τον θεατή για το κλίμα της ταινίας παρουσιάζει και ένα φόβο για μια διαχρονική παθογένεια του είδους.

Είναι δύσκολο, και συχνά τα αποτελέσματα αποθαρρυντικά, να συνοψίσεις μια πλοκή ενός  εκτεταμένου έργου φαντασίας σε κινηματογραφικό χρόνο. Οδηγείσαι λοιπόν στο να πετσοκόβεις το υλικό, ή στην εναλλακτική να διατηρείς άνισες ταχύτητες κατά την διάρκεια της ταινίας. Στην δεύτερη αυτή επιλογή, θα εκμεταλλευτείς τους διαλόγους και τα interactions των χαρακτήρων για να εξηγείς την πλοκή, ή το παρελθόν, ή ακόμη χειρότερα να αποκαλύπτεις σε διάφορους χαρακτήρες λεπτομέρειες και γεγονότα που δεν γινόταν να γνωρίζουν. Μιλάμε δηλαδή για flat διαλόγους που αδυνατούν να κάνουν το βασικό, να κρατήσουν κάποια αγωνία και να χτίσουν ουσιαστικά την προσωπικότητα των κεντρικών χαρακτήρων.

Προσωπικά έχω τον εξής κανόνα. Αν δεν μπορέσω κάπως να κατανοήσω  κάποιο χαρακτήρα αξιοποιώντας μόνο ότι μου δίνει η ταινία, δεν θα συγκινηθώ από τα plot twists ή τα finale.  Δεν ξέρω κατά πόσον είναι σωστή αυτή η οδός, είναι ένας μπούσουλας όμως για να εντοπίζω κάπως διεκπεραιωτικούς διαλόγους. Η συγκεκριμένη ταινία λοιπόν, αν και δεν είναι στα χάλια των Star Wars Prequels( I, II, III) μοιάζει να εμφανίζεται αρκετά κοντά σε αυτή την προσέγγιση αλλά με πολύ καλύτερα εφέ, όπως και σε μεγάλες παραγωγές τύπου Avatar. Σε σημεία προσπαθεί να ακουμπήσει θέματα κοινωνικής χροιάς, ίσως λίγο ατσούμπαλα, αλλά στην κύρια έκταση της παραμένει ευχάριστη μεν αλλά κατώτερη ίσως των προσδοκιών.

Οι 2 πρωταγωνιστές δεν διαθέτουν χημεία και συνήθως οι διάλογοι τους είναι αρκετά awkward, ενώ το σκόρπιο μέτριο humor μου θυμίζει γιατί με εκνευρίζουν αρκετά τέτοιες ταινίες, παρά ξανά το δυνατό cast. Δεν είμαι ελιτιστής για να πιστεύω πως πρέπει να ξεκαθαρίζουν εκ των προτέρων το target group τους, αλλά πρέπει να ξεκαθαρίζουν την ταυτότητα τους.

Αυτή είναι και η τελική μου αίσθηση, πως η ταινία δεν ήξερε πέρα από τα εκπληκτικά εφέ, τι ήθελε να πετύχει. Λίγο από την πεπατημένη των Star Wars, λίγο exploration και επιφανειακό κοινωνικό προβληματισμό από Star Trek, μαζί με ένα καλό μεν plot αλλά κακούς διαλόγους που χαλάνε σκηνές που οι ίδιοι χτίζανε νωρίτερα(π.χ. η όμορφη παραλία που αναζητούσε ο Valerian) η περιπέτεια του Valerian είναι διασκεδαστική, ευχάριστη, δεν είναι κακή αλλά σίγουρα δεν είναι και το κάτι παραπάνω.